εὔα

εὔᾱ , εὔας
ovatio
masc nom/voc/acc dual
εὔᾱ , εὔας
ovatio
masc gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Εύα — η Ева – 1) имя, данное Адамом своей жене. Ева была создана Богом из ребра Адама во время его сна; 2) женское имя Этим. < евр. hawwah «живая, живущая» < hayah «жить». (Γέν. 3, 20) και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή (евр.… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εὔᾳ — εὔᾱͅ , εὔας ovatio masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύα — I Βιβλικό πρόσωπο. Το όνομα της πρώτης γυναίκας και μητέρα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη (Γεν. γ’, 20). Ο Αδάμ, όταν πλάστηκε από τον Θεό και εγκαταστάθηκε στον επίγειο παράδεισο, ήταν μόνος. Βλέποντας ο θεός ότι… …   Dictionary of Greek

  • εὐά — εὐάς one who cries fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὖα — εὔας ovatio masc voc sg εὔας ovatio masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βλάμη, Εύα — (Πειραιάς 1920 – Αθήνα 1974).Πεζογράφος και ποιήτρια. Καταγόταν από το Γαλαξίδι και έκανε την πρώτη εμφάνισή της στα γράμματα το 1947 με το λυρικό χρονικό Γαλαξείδι. Ακολούθησε το θαλασσινό μυθιστόρημα Σκελετόβραχος (1950), που τιμήθηκε με το… …   Dictionary of Greek

  • Λε Γκαλιέν, Εύα — (Eva Le Gallienne, Λονδίνο 1899 – 1991). Αμερικανίδα ηθοποιός και σκηνοθέτης του θεάτρου, αγγλικής καταγωγής. Σπούδασε στη Γαλλία και πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή στο Λονδίνο, σε ηλικία μόλις 15 ετών. Αμέσως μετά εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ, όπου έγινε… …   Dictionary of Greek

  • εὐαλάκατον — εὐᾱλάκατον , εὐαλάκατος masc/fem acc sg εὐᾱλάκατον , εὐαλάκατος neut nom/voc/acc sg εὐᾱλάκατον , εὐηλάκατος possessing a fine distaff masc/fem acc sg (doric) εὐᾱλάκατον , εὐηλάκατος possessing a fine distaff neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάτριον — εὐά̱τριον , εὐάτριος masc/fem acc sg εὐά̱τριον , εὐάτριος neut nom/voc/acc sg εὐά̱τριον , εὐήτριος with good masc/fem acc sg (doric) εὐά̱τριον , εὐήτριος with good neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐακέστερον — εὐᾱκέστερον , εὐακής by an easy process of healing adverbial comp εὐᾱκέστερον , εὐακής by an easy process of healing masc acc comp sg εὐᾱκέστερον , εὐακής by an easy process of healing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.